Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Μύθοι και μυθολογία για την μέλισσα

Η μέλισσα κι ο Δίας

Η μέλισσα, που είναι η μητέρα των κεριών, ανέβηκε στους θεούς φέρνοντας κερήθρες και μέλι. Ευχαριστημένος ο Δίας από την προσφορά της μέλισσας διέταξε να της δώσουν ό,τι ζητήσει. Κι εκείνη είπε: Δώσε στη δούλη σου, ένα κεντρί για άμυνα των κόπων μου και φυλακή μου. Απορώντας ο Δίας μ’ αυτά που ζήτησε, επειδή αγαπούσε το γένος των ανθρώπων είπε στη μέλισσα· Δε θα γίνει όπως ζήτησες, αλλά αν έρθει κάποιος άνθρωπος να πάρει μέλι, και θέλεις ν’ αμυνθείς, να έχεις το κεντρί. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι, αν κάνεις κακό σε άνθρωπο, χτυπώντας τον με το κεντρί, αμέσως θα πεθάνεις· γιατί η ζωή σου είναι το κεντρί. Ο μύθος δηλώνει ότι στις προσευχές και στις παρακλήσεις κανένας δε ζητάει το κακό των εχθρών του.




ΠΗΓΗ:τΟ Το Α1 και οι μύθοι του Αισώπου








Μέλισσα , χελώνα, αράχνη και σκαντζόχοιρος. 


Ήταν κάποτε μια μάνα που είχε τρεις κόρες κι ένα γιο. 
Χήρα έμεινε από νωρίς κι έτσι η καημένη ανάθρεψε τα παιδιά της μοναχή της. 
Σαν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί η πρώτη της κόρη, τη ζήτησε ένα παλικάρι καλοφτιαγμένο και καλόκαρδο, μα ήταν το χωριό του μακριά, ίσαμε δυο μέρες δρόμο με το γαϊδαράκο, εκείνη την εποχή, που η μάνα η καψερή τρόμαξε! 
-Πώς θα έρχεσαι, κόρη μου, να με βλέπεις όταν σε χρειάζομαι; 
-Θα έρχομαι, μάνα, στέλνε εσύ να με φωνάζουν κι εγώ θα παρατώ ό,τι κι αν κάνω και θα σου έρχομαι.
-Την ευχή μου. λέει κι η μάνα και το κορίτσι φεύγει. 


Περνάει ο καιρός και ζητάνε και τη δεύτερη κόρη σε γάμο μ'ένα παλικάρι που ήτανε και το δικό του χωριό μακριά. 
-Μη στεναχωριέσαι, μανούλα μου, λέει κι αυτή. Όταν υπάρχει ανάγκη εγώ θα έρχομαι πάντα. Ησύχασε πάλι η μάνα κι έδωσε την ευχή της και στην άλλη της κόρη. 


Μα ύστερα από κάμποσο καιρό ήρθε κι η σειρά του παλικαριού. 
-Μάνα», λέει κι ο γιος, εδώ στο χωριό δουλειές δεν έχει. Να φύγω πρέπει για την πόλη, να προσπαθήσω εκεί να βρω καλύτερη τύχη. 
Η μόνα η καημένη ούτε που ήθελε να ακούσει τέτοιο πράγμα. 
-Αχ, παιδί μου! Πού θα μας αφήσεις εμένα και την αδερφή σου τη μικρή; Και πώς θα αφήσεις τον τόπο σου; Ένα κομμάτι ψωμί το βγάζουμε κι εδώ με άνεση και καλά να είμαστε, να έχουμε την υγειά μας. Άμα μου φύγεις κι εσύ, εγώ η έρημη ποιον θα έχω για στήριγμα; 
-Μη σκας, μάνα, και την πήρα την απόφαση μου! Κι έπειτα δεν είναι τόσο μακριά η πολιτεία! Άμα μου μηνύσεις πως συντρέχει λόγος σοβαρός, εγώ αμέσως θα τρέξω! Θα σε φροντίσω, μάνα, όπως με φρόντιζες κι εσύ τόσα χρόνια. Μη στεναχωριέσαι. 


Έτσι έφυγε κι ο γιος κι έμεινε η μάνα με τη μικρή κόρη. Ένα πονετικό κορίτσι που φρόντιζε στοργικά τη μητέρα της κι όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί διάλεξε ένα παλικάρι που το σπίτι του ήταν στο χωριό για να μπορεί να φροντίζει και τη μάνα της όποτε τη χρειαζόταν.


Κύλησαν τα χρόνια κι η μάνα γέρασε και δύσκολα τα έφερνε βόλτα μοναχή της. Άνοιξη ήτανε και θέλησε να βάλει πλύση στα χαλιά και στα σκουτιά του σπιτιού, δουλειά δύσκολη γιατί έπρεπε να κατέβει να τα πλύνει στο ποτάμι. Έστειλε τότε να φωνάξουν τη μεγάλη κόρη, που ήταν γυναίκα δυνατή, να τη βοηθήσει. Μα αυτός που πήγε το μήνυμα γύρισε με τούτη την απάντηση: 
-Να πεις της μάνας δεν αδειάζω τώρα. Πλένω κι εγώ κι άμα τελειώσω και μπορέσω. 
Πικράθηκε η γριούλα σαν άκουσε τα λόγια της κόρης. 
-Ε,,και δε μένει με τη σκάφη της αφού την αγαπάει πιότερο. είπε. 
Τότε γύρισε η σκάφη και κόλλησε στην πλάτη της κοπέλας κι άλλαξε αυτή και γίνηκε... η χελώνα!


Στέλνει τότε και στη δεύτερη κόρη μήνυμα η γριά για βοήθεια. 
-Ουφ! κάνει κι αυτή. Τώρα έχω το υφαντό στη μέση. Να υφάνω το πανί μου, να τελειώσω τη δουλειά μου και βλέπουμε. 
-Καλά... είπε η μάνα πάλι, ας μείνει με το υφαντό της όσο θέλει τότε. 
Μα πιάστηκαν πάλι τα λόγια της κι η κοπέλα άλλαξε και γίνηκε... αράχνη, κι από τότε πραγματικά όλο υφαίνει τον ιστό της κι όλο της τον χαλάνε.


Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο χειμώνας και άρχισε βαρύς, κι η γριούλα δεν τα έβγαζε πέρα. Φώναξε το γιο της. 
-Έλα, γιε μου», του μήνυσε. Ξύλα έχω για κόψιμο, το σπίτι θέλει επισκευές για να βγάλω το χειμώνα». Αλλά ήρθε το μήνυμα ακόμα πιο  σκληρό: 
-Πού να      τρέχω εγώ τώρα στο χωριό. Πνίγομαι στη δουλειά. Τώρα άρχισα το φράχτη γύρω από το σπίτι, μέχρι να τελειώσω... Ας πάρει κάποιον από το χωριό να τη βοηθήσει. 
Όταν τ'άκουσε η μάνα όλα αυτά δάκρυσε.
-Ε! είπε μοναχά, αφού αγαπά το φράχτη του πιότερο από τη μάνα του! Κι εκεί που μαστόρευε ο γιος, άλλαξε ξαφνικά και τα παλούκια του φράχτη γίνηκαν αγκάθια και κόλλησαν στην πλάτη του και γίνηκε... σκαντζόχοιρος!


Αποκούμπι της έμεινε η κόρη η μικρή. Γλυκιά και στοργική και πονετική πάντα, φρόντιζε τη μάνα της ως τα βαθιά της γεράματα. Και μια ημέρα που η μάνα έστειλε τη γειτόνισσα να τη φωνάξει βιαστικά, έτρεξε η κόρη με το αλεύρι ακόμα στα χέρια της καθώς έφτιαχνε πίτα... -Κορούλα μου! είπε η μάνα, πάντα έτσι με γλυκά πράγματα να καταπιάνεσαι και να σε αγαπούν οι άνθρωποι και να σε τιμούν για τα καλά που φέρνεις! Ακούστηκε τότε της μάνας η ευχή κι άλλαξε και η μικρή κόρη κι έγινε... μέλισσα.


Τη μέλισσα, από τότε, όλοι την αγαπούν και την τιμούν και τη φροντίζουν, γιατί δίνει το μέλι το χρυσό, τη θρεπτικότερη τροφή του κόσμου.











Ένας νεοελληνικός θρύλος μας πληροφορεί για το πως χτίσθηκε η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 532 - 537 μ.χ.

Μας εξηγεί ότι το σχέδιο, για να κτισθεί η Αγιά Σοφιά, έγινε γνωστό με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που μάθαμε από την ιστορία. . .

«Ήταν ο καιρός που ο βασιλιάς στην Πόλη είχε αποφασίσει να χτίσει την Αγιά Σοφιά. . .

Είχε καλέσει τον πρωτομάστορα, και ο τελευταίος είχε κάμει ένα, και ύστερα άλλο, και ύστερα άλλα σχέδια, πως να χτιστή η μεγάλη εκκλησιά.

Κανένα όμως δεν ευχαριστούσε το βασιλιά.

Ήθελε κάτι άλλο, πολύ πιο σπουδαίο.
Και ο πρωτομάστορας όλο και σκεφτόταν τι νέο σχέδιο να φτιάσει.

Μια Κυριακή, την ώρα που τελείωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρει το αντίδωρο, εκείνο όμως του ξεφεύγει από το χέρι και πέφτει χάμω.

Μια στιγμή αργότερα παρουσιάζεται μιά μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο, κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά.

Βγάζει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς, όσοι έχουνε μελίσσια να τ’ ανοίξουνε και να ψάξουν, για να βρεθεί.

Ψάχνει και ο πρωτομάστορας στα δικά του τα μελίσσια και τι βλέπει;

Είχανε κάτσει οι μέλισσες μέρες πριν και είχανε φτιάξει με το κερί μέσα στην κυψέλη μιαν εκκλησιά πανέμορφη και σκαλιστή και μεγαλόπρεπη, που δεν είχε την όμοια της σ’ ολόκληρη την Οικουμένη δεί.

Όλες οι λεπτομέρειες είχανε γίνει στην εντέλεια, μέσα κι’ έξω στην εκκλησία. Η πόρτα της ανοιχτή, ο τρούλος έτοιμος, οι κολώνες στη θέση τους, ως και η Άγια Τράπεζα τελειωμένη.

Την είχαν αποτελειώσει σ’ όλα της την εκκλησιά, και απάνω στην Άγια Τράπεζα της είχε φέρει εκείνη η μέλισσα και είχε αποθέσει το αντίδωρο του βασιλιά.

Είδε την εκκλησιά ο πρωτομάστορας και θάμαξε με το τέλειο σχέδιό της.
Την είδε κατόπι και ο βασιλιάς και έγινε όλος χαρά.

Το σχέδιο, που είχανε φτιάξει οι μέλισσες, έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγιά Σοφιά!!!».

Πηγή: melissocosmos.blogspot.com










Ο μύθος της Αγιάς Σοφιάς και η μέλισσα


Ο μύθος θέλει τον Aρχιμηχανικό να βρίσκει μέσα σε μια κυψέλη το σχέδιο της Αγίας Σοφίας και να εμπνέεται.
Πέραν του μύθου υπάρχει όμως μια μεγάλη αλήθεια. Ναι. Τα έργα προχωρούσαν και η δουλειά έφτανε στο μεγάλο τρούλο.
Μεγάλος ο προβληματισμός….
Μεγάλη η διάμετρος – δύσκολος ο τρόπος στήριξης λόγω του μεγάλου βάρους και πάνω εκεί στα δύσκολα και στο μεγάλο προβληματισμό να σου η μέλισσα και τσακ δίνει τη λύση. Επισκέπτεται ο μηχανικός τα λίγα μελισσάκια του και εκεί που τα επιθεωρεί πιάνει στα χέρια του μια φρεσκοχτισμένη κερήθρα.
Εντυπωσιάζεται….
Πανάλαφρη - ανθεκτική - θα σηκώσει αρκετό μέλι με αρκετό βάρος.To μυαλό του παίρνει στροφές και τρέχει πανευτυχής στους συνεργάτες του.
Του ήρθε η έμπνευση. Αποφασίζουν λοιπόν μα αντιγράψουν την κατασκευή της μέλισσας και για πρώτη φορά κατασκευάζεταιτρύπιο τούβλο.
Μέχρι τότε υπήρχε μόνο το συμπαγές ρωμαϊκό.

Τρύπιο τούβλο = λιγότερο υλικό άρα λιγότερο βάρος και πιο ανθεκτικό λόγω των νεύρων. Μεγάλη επιτυχία. Λύθηκε το πρόβλημα του μεγάλου τρούλου από άποψη βάρους και αντοχής.
Και για την ιστορία:
Τότε δόθηκε εντολή στα κεραμοποιεία της Ρόδου και κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά τα τρύπια τούβλα (για να δημιουργηθούν οι τρύπες βάζανε μέσα στον πυλό καλάμια όταν τον πλάθανε και όταν ψηνόταν στα καμίνια τα καλάμια καίγονταν και σχηματίζονταν οι τρύπες). Με τα καράβια τα μετέφεραν στην Πόλη και τέλειωσε το μεγάλο έργο που μένει στην ιστορία για αιώνες.

ΠΗΓΗ: Κόκκινη Μέλισσα


2 σχόλια:

  1. ΕΦΗ ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΥΛΙΚΟ. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ. ΜΠΡΑΒΟ

    ΑπάντησηΔιαγραφή